Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Τα 7 τσιγάρα που δε θα προλάβεις ν’ ανάψεις ποτέ!

Τα δέκα, τα είκοσι, τα εκατό καλύτερα που ανάφτηκαν τα ξέρουμε, έχει καθένας τα δικά του. Μια ματιά φόρος τιμής και σε όσα ποτέ δεν συναντήθηκαν με φλόγα και μετά τη σημερινή οριστική απαγόρευση δε θα προλάβεις ποτέ.




Δεν έγινε τίποτα που δεν πρόλαβες να το ανάψεις. Έφυγε και το πήρε μαζί της. Φυσούσε πολύ. Το άναψες μέσα σου και ακόμα καίει που έφυγε για πάντα. Ήσουν εκεί και αυτό μετράει! Το τσιγάρο θα σκεφτείς;


1. Του «φεύγω»

Με χέρια που τρέμαν και θέλαν να προσγειωθούν με κρότο πάνω σε ένα μάγουλο, σιγά μην ήθελες να πιάσεις και τσιγάρο. Τσαλάκωσες το κουτάκι της μπίρας, το πέταξες πάνω σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, έπιασες τα μαλλιά σου-τσάμπα τόσο στάιλινγκ- και τα έκανες σαν θάμνο καταμεσής της Νεβάδα. Έβρισες. Δεν ξαλάφρωσες. Έφυγε. Δεν κάπνισες. Της είχες δώσει το πακέτο νωρίτερα και έφυγε μαζί του. Το κοντινότερο περίπτερο είναι στο ενάμιση χιλιόμετρο. Βαριέσαι.

2. Του «γκολ»

‘Εσκυψες να το ανάψεις, φύσαγε, Κύκλωπας δεν ήσουν για να μπορείς να βλέπεις σκυμμένος, ο αναπτήρας ήταν για την χωματερή, ζητάς απ’ τον διπλανό, «δεν καπνίζω φιλαράκι», απ’ τον παραδιπλανό «κι εγώ δεν έχω αναπτήρα», από τον πίσω σου «θα δεις καθόλου μπάλα ή ήρθες για να πιάσεις κουβέντα;», άει σικτίρ όλοι σας, σκύβεις και ξαναπροσπαθείς, ένα χέρι προσγειώνεται στην πλάτη σου χειρότερα κι από ότι ο μετεωρίτης στην Τάιγκα, παραλίγο να καταπιείς τσιγάρο και αναπτήρα μαζί πριν εξαφανιστούν και τα δυο κάπου ανάμεσα στα πόδια σου και το μπουφάν του μπροστινού, «γκολ ρε πούστη, γκολ,γκολ,γκολ,γκολ,γκολ».

3. Του «λυπάμαι»

«Κάναμε ο,τι μπορούσαμε». Δεν ήταν αρκετό. Ευτυχώς έφυγε χωρίς να πονάει. Έτσι είπαν οι γιατροί. Μόνο εκείνη ήξερε όμως τι γινόταν μέσα της. Κάτω από τα πόδια σου πάτωμα δεν έχει. Το ταβάνι αγγίζει το κεφάλι σου. Οι απέναντι δεν έχουν πρόσωπα. Οι διάδρομοι δεν έχουν τέλος. Εσύ έχεις τσιγάρο αλλά «όχι εδώ, συγγνώμη αλλά όχι εδώ μέσα, βγείτε στην αυλή». Το ασανσέρ είναι τριάντα μέτρα μακριά. Πολύ μακριά. Βήματα ως εκεί δεν έχεις. Ανάβεις το τσιγάρο μέσα σου, ακόμη καίει. Ακόμη σε καίει.

4. Των οκτώ μποφόρ εν πλω

Πρέπει να είσαι αληθινά γενναίος, εθισμένος, απερίσκεπτος ή όλα μαζί για να το προσπαθήσεις. Στην καλύτερη περίπτωση θα φτάσει ως το τέλος σε δέκα δευτερόλεπτα πριν καν αποπειραθείς την πρώτη ρουφηξιά, στην χειρότερη θα προσγειωθεί στο φτερό κανενός ανέμελου γλάρου αν και εγώ λέω πως όταν η θάλασσα είναι αφρισμένη, άσε το στόμα σου ανοιχτό κι ελεύθερο να τη θαυμάζει. Μόνο έχε το νου σου μη μπει μέσα το τσιγάρο κάποιου άλλου, μποφόρ είναι αυτά, όχι ανεμιστήρας.

5. Του Combat Arms

Ένα έμεινε στο πακέτο. Τέσσερις το πρωί, μόνος στο δωμάτιο. Η oθόνη τριάντα εκατοστά από τα μάτια σου. Τα δάχτυλά σου δεν άφησαν δευτερόλεπτο το πληκτρολόγιο, μακάρι να υπήρχε κάποιος να σου το ανάψει. Mισή ώρα το σκέφτεσαι. Αν όλοι οι καπνιστές ήταν σαν κι εσένα, οι καπνοβιομήχανοι θα ήταν στα πεζοδρόμια σήμερα. Σκέφτεσαι αν θα πας ως το ψυγείο να βγάλεις άλλη μια μπίρα ή αν θα πρέπει να κάνεις πρώτα save αλλά η ώρα του save δεν ήρθε ακόμη. Ούτε του τσιγάρου. Εκεί θα μείνει, ανέγγιχτο. Μέχρι να βαρύνουν τα βλέφαρα και να συρθείς ως το κρεβάτι. Ως νικητής. Σιγά μη σε βάλει από κάτω μια κωλο-ΑΙ.

6. Του θυροτηλέφωνου

Βγήκες από το μπάνιο, μυρίζεις σαπούνι, ψάχνεις καθαρά ρούχα, να’ σαι καλά ρε μάνα σιδερώστρα, μια κλεφτή ματιά στο ρολόι, άργησες, ψάχνεις παπούτσια, εντάξει το ένα, καταζητείται το άλλο, τρία λεπτά για να ανακαλύψεις ένα κρυμμένο παπούτσι, μερικές φορές εύχεσαι –από μέσα σου, μη σε ακούσει ο θεός- να ήσουν ανάπηρος, το πουκάμισο έχει έναν μικρό λεκέ στον ώμο, δεν πειράζει, νύχτα είναι, θα ρίξεις κι ένα πουλόβερ από πάνω, χτενίζεις με τα δάχτυλα το μαλλί, τυχερός είσαι, άλλοι ούτε αυτό μπορούν να κάνουν, έτοιμος, σωριάζεσαι στον καναπέ, απλώνεις χέρι στο πακέτο, βγάζεις τσιγάρο, χρειάζεσαι αναπτήρα, χειρότερα κι από παπούτσι, βρίσκεις, την ώρα που το βάζεις στο στόμα χτυπάει το θυροτηλέφωνο , «κατέβα, αργήσαμε», την άλλη φορά θα μπεις με το τσιγάρο για ντους για να μη χάνεις χρόνο.

7. Της άδειας τσέπης

Συμβαίνει κι αυτό. Και θα συμβαίνει συχνότερα από δω και μπρος. Μετά ή παριστάνεις το τζάνκι ζητώντας απ’ τους περαστικούς ένα-ένα ευρώ και γεμίζεις το σακούλι ή σταματάς στον δρόμο τον πιο ευγενικό -δεν ξέρω να σου πω με τι μοιάζει ένας ευγενικός, πρέπει να αυτοσχεδιάσεις- και του ζητάς εξίσου ευγενικά κι εσύ ένα τσιγάρο. Πάλι για τζάνκι θα σε περάσουν οπότε φρόνιμο είναι όταν ξεμένεις να είσαι ντυμένος ανάλογα. Αν βρεθεί περαστικός να σου δώσει τσιγάρο ελπίζω να μην είναι το τελευταίο του γιατί τότε θα πρέπει να γράψω και για το τσιγάρο του ψυχοπονιάρη και κάπως, κάποτε πρέπει να τελειώσει αυτό το κείμενο.

1 σχόλιο:

Σχολιάστε μας...